Τρίτη, 8 Απριλίου 2008

Ουανγκάρι Μαατάι. Μια γυναίκα που αγωνίζεται, πέρα απο τα δεδομένα...




Είναι μια ιδιαίτερη γυναίκα. Οχι γιατί τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης αλλά γιατί, παρά τις σπουδές της και τη δυνατότητα μιας εύκολης ζωής στο εξωτερικό, η βιολόγος Wangari Maathai επέστρεψε στην πατρίδα της για να αγωνιστεί για την προστασία του δασικού πλούτου της Κένυας.25 εκατομμύρια(!!!) καινούργια δέντρα ήταν το αποτέλεσμα της οργάνωσης «green belt movement» που ίδρυσε το 1977.Το Nobel Eιρήνης με το οποίο τιμήθηκε η Wangari Maathai έχει πολλαπλή σημασία. Η Maathai είναι η πρώτη Αφρικανή και μία από τους ελάχιστους Αφρικανούς γενικότερα που η Δύση έχει ποτέ τιμήσει. Η Maathai είναι μαύρη, σε ένα κόσμο που ακόμη και σήμερα το χρώμα του δέρματος μπορεί να στερήσει σε κάποιον βραβεία και αίγλη. Η Maathai είναι γυναίκα που γεννήθηκε σε μια κοινωνία που τοποθετεί το φύλο της σε ρόλο διακοσμητικό. Γεννημένη το 1940 στο Nyeri, μπόρεσε να μορφωθεί και να σπουδάσει στο εξωτερικό, κάτι σπάνιο για κορίτσι που μεγαλώνει σε αγροτική περιοχή της Κένυας. Πήρε το πρώτο πτυχίο της στη Βιολογία από το Mount St Scholastica College στο Κάνσας και συνέχισε τα μεταπτυχιακά της στο Πανεπιστήμιο του Pitsbourg.
Αφήνοντας μια λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα και μια άνετη ζωή, επέστρεψε στη Κένυα. Για την ίδια το δίλημμα δεν υπήρξε ποτέ. Το κίνητρό της δεν ήταν ποτέ η ανάγκη της για να ξεφύγει από τον ζοφερό κόσμο της, αλλά να παλέψει για να τον αλλάξει: «Αν έφευγα από την Κένυα, θα σκεφτόμουν πάντα πως αν ήμουν εκεί θα μπορούσα κάτι να προσφέρω», είχε πει σε παλιότερη συνέντευξή της. «Δεν μετάνιωσα ποτέ που αποφάσισα να μείνω εδώ και να βοηθήσω στην ανάπτυξη αυτής της χώρας. Πιστεύω ότι έχω αλλάξει κάτι. Αυτό που μου δίνει μεγάλη ικανοποίηση είναι ότι πολύς κόσμος με πλησιάζει για να μου πει ότι η προσπάθειά μου τον έχει εμπνεύσει». Η «ανταμοιβή» αυτή φαίνεται να είναι ιδιαίτερα σημαντική για την Wangari Maathai που, έχοντας πληρώσει το προσωπικό κόστος των επιλογών της, γνωρίζει πολύ καλά το τίμημα. Ο άντρας της τη χώρισε στη δεκαετία του '80 κατηγορώντας την ως «άπιστη», αφήνοντάς την να μεγαλώσει τα τρία παιδιά τους. Λέγεται ότι στην πραγματικότητα χώρισε από αυτήν γιατί ήταν πολύ δραστήρια, πληθωρική και δύσκολα χειραγωγήσιμη!!! Το στίγμα του διαζυγίου, αν και την ακολούθησε σε κάθε της βήμα, δεν τη λύγισε ποτέ. Τα λόγια της κόρης της Wanjira Maathai είναι η καλύτερη επιβεβαίωση για τη στάση ζωής της, «πάντα μας έλεγε ότι το σωστό είναι σωστό, ακόμη και αν είσαι ο μόνος που το πιστεύεις. Πάντα μας έλεγε ότι τίποτα δεν είναι αδύνατο. Eχει φωτιά μέσα της και προσπάθησε να μας δώσει λίγη από αυτήν».

Τα όρια που η Maathai ξεπέρασε και ξεπερνάει είναι πολλά, τα συναντάει παντού γύρω αλλά και μέσα της: «Δεν ξέρω στ' αλήθεια γιατί ενδιαφέρομαι τόσο πολύ. Απλώς κάτι μέσα μου μού λέει ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα και ότι πρέπει να κάνω κάτι. Νομίζω ότι αυτό θα αποκαλούσα Θεό». Η προσπάθειά της δεν εξαργυρώνεται από ακαδημαϊκούς και άλλους τίτλους, από τους οποίους έχει πολλούς. Μέσα από τις δυσκολίες που τα στερεότυπα και οι εμμονές της ανδροκρατούμενης ακαδημαϊκής κοινότητας δημιουργούσαν, μπόρεσε να ολοκληρώσει το διδακτορικό της και να επιδιώξει ακαδημαϊκή καριέρα στο πανεπιστήμιο του Ναϊρόμπι. Eγινε έτσι η πρώτη γυναίκα επίκουρη καθηγήτρια σε πανεπιστημιακό ίδρυμα στην Ανατολική και Κεντρική Αφρική με διδακτορικό τίτλο.
Η αφορμή για το Nobel ήταν η επιμονή με την οποία πάλεψε για να σώσει το οικοσύστημα της Κένυας και να πείσει ότι η προστασία του περιβάλλοντος δεν είναι θέμα απλής οικολογικής ευαισθησίας. Αυτό σε μια ήπειρο όπου η ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση των πόρων και η εξαθλίωση των ανθρώπων εξοντώνουν τη Φύση και το περιβάλλον. Χρονολογία-σταθμός στην προσπάθεια αυτή ήταν το 1977, όταν ίδρυσε την Green Belt Movement. Η οργάνωση μέχρι σήμερα έχει φυτέψει 25 εκατομμύρια δέντρα στην προσπάθειά της να καθυστερήσει την αποψίλωση των δασών και τη διάβρωση της γης. Κερδίζοντας λίγα χρήματα για κάθε δέντρο που φυτεύουν και κατορθώνει να επιβιώσει, οι γυναίκες που αποτελούν το 90% του κορμού της οργάνωσης προσφέρουν ένα μικρό εισόδημα στην οικογένειά τους. Οπως λέει και η ίδια, «πέρα από κάθε κέρδος, το πιο σημαντικό είναι η αίσθηση της ελπίδας και της δύναμης που εμφανίζεται στη ζωή αυτών των γυναικών».Ο αγώνας της δεν ήταν καθόλου εύκολος. Το 1991 συνελήφθη και φυλακίστηκε, κάτι που είχε συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν. Αυτή τη φορά, όμως, η κινητοποίηση της Διεθνούς Αμνηστίας ήταν σωτήρια κι έτσι αποφυλακίστηκε γρήγορα. Το 1999 κι ενώ συμμετείχε σε δενδροφύτευση τραυματίστηκε στο κεφάλι από τις Aρχές. Στα 59 χρόνια της δεν την οδηγούσε κανένας νεανικός ενθουσιασμός, αλλά η πίστη της στο σκοπό και η αίσθηση ευθύνης που αποτυπώνεται στα λόγια της. «Eχουμε μια ιδιαίτερη ευθύνη προς το οικοσύστημα αυτού του πλανήτη. Εξασφαλίζοντας ότι τα άλλα είδη θα επιβιώσουν, εξασφαλίζουμε και την δική μας επιβίωση».Η εκλογή της ως βουλευτή το Δεκέμβριο του 2002 και η επιλογή της ως υφυπουργού Περιβάλλοντος τον Ιανουάριο του 2003 ήρθε σαν δικαίωση μαζί με την κατάρρευση του καθεστώτος του Daniel arap Moi στο οποίο εναντιώθηκε τα 24 χρόνια που κυβέρνησε την Κένυα. Η είδηση ότι τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ τη βρήκε να διαδηλώνει υπέρ της προστασίας των δασών στην Κένυα και να μοιράζει φαγητό σε χωρικούς που υποφέρουν από την πείνα λόγω της λειψυδρίας. Ο πρώτος λόγος της απευθυνόταν σε 200 άτομα, τα περισσότερα από τα οποία μάλλον δεν ξέρουν τι είναι τα βραβεία Nobel...




ΟΙΚΟ της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ του Αποστόλη Φωτιάδη,