Τρίτη, 28 Αυγούστου 2007

Παλαιστίνη: Τα ανθρώπινα δικαιώματα και η στάση της διεθνούς κοινότητας απέναντι στον παλαιστινιακό λαό.

Η μεσανατολική σύγκρουση είναι σίγουρα ένα από τα πιο περίπλοκα και πιο σύνθετα διεθνή ζητήματα που κληρονόμησε ο 21ος αιώνας. Κι αυτό είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω βιωματικά πηγαίνοντας για μια εβδομάδα στην Παλαιστίνη όπου συνάντησα εκπροσώπους των παλαιστινιακών κομμάτων και υπεύθυνους ακτιβιστικών οργανώσεων και ΜΚΟ. Το Παλαιστινιακό είναι ο κύριος πυρήνας του Μεσανατολικού ζητήματος αλλά ταυτόχρονα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί εκεί διαδραματίζονται φαινόμενα που επηρεάζουν τις σύγχρονες εξελίξεις. Η εξάπλωση των ισλαμιστικών οργανώσεων, οι “ανθρώπινες βόμβες”, η αόρατη τρομοκρατία που πλανάται στο δυτικό κόσμο, οι θρησκευτικές διαμάχες, τα τείχη που ενώ αλλού πέφτουν-εκεί οικοδομούνται καθημερινά, η Ιδεολογία της Κατοχής, η συνεχής παραβίαση διεθνών αποφάσεων, η εκλογή εντός ριζοσπαστικού κόμματος όπως η Χαμάς, ο κίνδυνος εμφυλίου πολέμου, η ανέφικτη λύση δύο κρατών αλλά πάνω απ’ όλα η αδιάφορη στάση του Δυτικού κόσμου και των Αραβικών Κρατών, είναι φαινόμενα που αναμφισβήτητα επηρεάζουν τις διεθνείς εξελίξεις. Για όλα αυτά μας πληροφορούν καθημερινά τα διεθνή και ελληνικά ΜΜΕ, κυρίως μέσα από τις δηλώσεις των ιθυνόντων, των ανταποκριτών και τις αποφάσεις των κυβερνήσεων. Υπάρχει, ωστόσο, και μια άλλη πραγματικότητα που έχει να κάνει με την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων που ζουν κυριολεκτικά «εντοιχισμένοι» στα ίδια τους τα εδάφη, χωρίς δουλειά, χωρίς μόρφωση, χωρίς στέγη και χωρίς την ελευθερία να μετακινηθούν από το ένα χωριό στο άλλο.

Το ταξίδι στην Παλαιστίνη ήταν για μένα μια έκπληξη κι αυτό γιατί, πέρα από τα όσα και όσους γνώρισα από κοντά, συνειδητοποίησα τη διαφορά του να ζει κάποιος σε Δημοκρατία και να μην παραβιάζεται η ελευθερία του σε καθημερινή βάση. Προσωπικά, πέρα από την ανάκριση που υπέστην στο αεροδρόμιο και μια σχετική παρακολούθηση για λόγους ασφάλειας, διαπίστωσα τις συνθήκες διαβίωσης των Παλαιστινίων που ελέγχονται, περιθωριοποιούνται και αποδυναμώνονται καθημερινά, για τους ίδιους λόγους(λόγους ασφαλείας) και με περισσότερη βέβαια επιμονή από το Ισραήλ. Η λέξη ‘security’ (ασφάλεια) είναι βαρύνουσας σημασίας και οι ένοπλοι αστυνομικοί και στρατιωτικοί που κυκλοφορούν με άνεση ανάμεσα στους πολίτες δεν ανταποκρίνονται σε ερωτήσεις τύπου τουριστικών πληροφοριών, αφού ο ρόλος τους είναι ο έλεγχος τρομοκρατικών ενεργειών και μόνο. Είναι γνωστό ότι μετά την εκλογή της Χαμάς, η διεθνής κοινότητα έχει επιβάλλει οικονομικές κυρώσεις ενάντια στην Παλαιστινιακή κυβέρνηση και ήδη ο παλαιστινιακός λαός έχει αρχίσει να ζει, εκτός από φυλακισμένος και σε συνθήκες μεγάλης ένδειας. Το τελευταίο διάστημα γίνεται προσπάθεια των παλαιστινιακών κομμάτων να δημιουργήσουν Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας αλλά οι παρεμβάσεις «τρίτων» φαίνεται να κερδίζουν περισσότερο έδαφος από τις διαπραγματεύσεις, με αποτέλεσμα κανείς να μην μπορεί να δει τον χρόνο επίτευξης μίας τέτοιας συμφωνίας. Η κατάσταση δεν είναι καθόλου καλή και κάποιοι μιλούν για εμφύλιο. Από την άλλη μεριά η ύπαρξη των ΜΚΟ (περίπου 90 τοπικές και διεθνείς οργανώσεις) δεν φαίνεται να βοηθά στην επίλυση του προβλήματος αλλά αντίθετα να συμβάλλει περισσότερο στη διαιώνιση μίας κατάστασης Κατοχής από τους Ισραηλινούς κι αυτό γιατί πολλοί από τους Παλαιστίνιους που εργάζονται σε τοπικές ΜΚΟ εφησυχάζουν και αδιαφορούν για το πολιτικό ζήτημα. Η ανεργία και οι συνθήκες ανέχειας δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια και αυτοί που βολεύονται είναι ανθρώπινο να επιδιώκουν να συνεχίζουν να βολεύονται, ακόμα και σε βάρος ενός ιδεολογικο-πολιτικού αγώνα, όπως είναι το Παλαιστινιακό.

Είναι αλήθεια πώς οι δηλώσεις της Χαμάς για μη αναγνώριση του Ισραηλινού Κράτους τροφοδοτεί τη διεθνή άρνηση για οικονομική και ηθική στήριξη του Παλαιστινιακού λαού. Είναι, όμως, επίσης αλήθεια ότι αυτή η κατάσταση βολεύει τους Ισραηλινούς προκειμένου να διατηρούν αδιάλλακτη στάση απέναντι στους Παλαιστινίους και να συνεχίζουν την καταπάτηση διεθνών αποφάσεων αλλά και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και μια τρίτη αλήθεια είναι ότι τα πολιτικά «παιχνίδια» των ισχυρών από τη μία και η παθητικότητα των λαών από την άλλη μπορούν να προκαλέσουν ή να υποθάλψουν ανθρώπινα εγκλήματα και γι’ αυτό η συμπάθεια και η φιλανθρωπία απέναντι σε όσους αδικούνται δεν φθάνει. Είμαι σίγουρη ότι ένα άρθρο δεν φθάνει-μια πληροφορία δεν λύνει και, κυρίως, ένα ταξίδι και μια διαπίστωση δεν αλλάζει μια κατάσταση. Όλα αυτά, όμως, μπορεί και να συμβάλλουν θετικά ώστε να συντηρείται το ενδιαφέρον για την περιοχή που, αν μη τι άλλο, για μας τους Έλληνες είναι πολύ κοντά. Είναι αυτονόητο ότι η επίλυση του προβλήματος θα έλθει όταν οι δύο κοινωνίες-ισραηλινή και παλαιστινιακή- συνυπάρξουν ειρηνικά ως ανεξάρτητα κράτη που περικλείονται από ασφαλή και αναγνωρισμένα σύνορα. Όσο για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, αυτή θα πρέπει να προστατεύεται και όχι να φρουρείται, να συνυπάρχει με τη διαφορετικότητα κι όχι να αποκόπτεται βίαια με την επίκληση ρατσιστικών και πολιτισμικών στοιχείων. Σε όλα αυτά η διεθνής κοινότητα πρέπει να έχει λόγο και να υπερασπίζεται τα ανθρώπινα δικαιώματα όχι κάθε 10 του Δεκέμβρη αλλά καθημερινά με τις πράξεις της και την προσφορά της.

Πόσο Ευρωπαίοι είμαστε; Η πρόκληση της κοινοτικής κουλτούρας.

Θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι τελικά υπάρχει μεγάλη απόσταση από αυτό που δηλώνουμε ότι είμαστε και από αυτό που είμαστε πραγματικά. Αυτό αποδεικνύεται κι από το γεγονός ότι, αν και έχουν περάσει πολλά χρόνια από την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι δυσκολίες της προσαρμογής και διαχείρισης των κοινοτικών αποφάσεων στη χώρα μας παραμένουν μεγάλες έως και ανέφικτες. Σε αυτό σίγουρα έχει συμβάλει το γεγονός ότι η ιστορία μας είναι διαφορετική από εκείνη των λαών της κεντρικής Ευρώπης. Τι να πρωτο αναφέρουμε για όσα μας διαφοροποιούν ιστορικά; Να μιλήσουμε για την περίοδο του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, τη διαμόρφωση της ουμανιστικής παιδείας και την εμφάνιση των πρώτων Πανεπιστημίων, τη δημιουργία έθνους-κράτους και τα πολιτειακά συστήματα που αναπτύχθηκαν, τα επαναστατικά κινήματα και τις επιδράσεις τους στις συλλογικές αποφάσεις, τη βιομηχανική επανάσταση και την πρόοδο της τεχνολογίας, την αποικιοκρατία και την επιρροή εκατέρωθεν μεγάλων πολιτισμών, τις συμμαχίες κατά τη διάρκεια των δύο παγκόσμιων πολέμων και τα ‘λάφυρα’ των κερδισμένων; Σίγουρα όλα αυτά, άλλοτε με την καλή και άλλοτε με την κακή πλευρά τους, επηρέασαν του λαούς της Ευρώπης αλλά, κυρίως, κατάφεραν μέσα στο χρόνο να θέσουν σημαντικές δομές πάνω στις οποίες τα Ευρωπαϊκά Κράτη στήριξαν την ανάπτυξή τους και διαμόρφωσαν μια κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα. Αυτό συνέβη γιατί μέσα από τις αντιθέσεις κατανόησαν ότι καμία χώρα, όσο ισχυρή κι αν είναι, δεν μπορεί από μόνη της να επιλύσει τα σύγχρονα πολύπλοκα προβλήματα. Το ερώτημα που τίθεται για εμάς είναι αν η Ελλάδα θέλει και μπορεί να μοιραστεί αυτή τη συνείδηση; Μπορεί να σκέφτεται συλλογικά, να υπερβαίνει τις διαφορές και να συνθέτει μέσα από τις αντιθέσεις και τις ιδιαιτερότητες; Μπορεί να έχει κοινοτική αντίληψη; Αναρωτιέμαι δηλαδή, αν τελικά ο Έλληνας- Πολίτης που, κατ’ αρχήν θέλει να έχει ευρωπαϊκή ταυτότητα, είναι έτοιμος να προτείνει, να επιλέξει και να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα κάνοντας υπερβάσεις που έχουν να κάνουν, κυρίως, με την νοοτροπία του; Και για να το πω με παραδείγματα: Ένας Πολίτης που δεν έχει μάθει να στέκεται στην σειρά, να συζητάει χωρίς να διακόπτει, να σκέφτεται συλλογικά το μέλλον του, να έχει εμπιστοσύνη στην αποτελεσματικότητα των θεσμών και να μην καταφεύγει στην βοήθεια ‘τρίτων’, που απορρίπτει συλλήβδην την πολιτική και τους εκπροσώπους της, που δεν σέβεται τη διαφορετικότητα και άρα δεν μπορεί εύκολα να συμβαδίσει και να μοιραστεί αξίες και αγαθά με άλλους λαούς, πόσο έτοιμος είναι να αποκτήσει κοινοτική κουλτούρα και ταυτότητα; Είναι ένα ερώτημα, όπως και να το κάνουμε! Γιατί εμείς – οι Έλληνες Πολίτες- έχουμε κληθεί και θα κληθούμε ξανά και ξανά στο μέλλον να εφαρμόσουμε αποφάσεις μιας Ενωμένης Ευρώπης, έστω κι αν το εθνικό σύνταγμα υπερισχύει του ευρωπαϊκού δικαίου. Θα κληθούμε, επίσης, να συμβάλλουμε στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης κι αυτό θα είναι η πιο σημαντική ιστορική εξέλιξη και κατάκτηση της μεταπολεμικής Ευρώπης. Είμαστε έτοιμοι να συμβάλλουμε σε αυτό με προτάσεις και να συζητήσουμε τις προτάσεις των άλλων; Για παράδειγμα σήμερα, όλο και περισσότερα όργανα της Ε.Ε. συζητούν για το μέλλον των ΑΕΙ και προτείνουν κοινές πολιτικές. Δίνουν μάλιστα και κατευθύνσεις όπως: αυτονομία και υπευθυνότητα στα πανεπιστήμια, γεγονός που σημαίνει νέα εσωτερική αντιμετώπιση. Παροχή κινήτρων για δομημένες συνεργασίες με την επιχειρηματική κοινότητα που σημαίνει δεξιότητες και ικανότητες που θα εξυπηρετήσουν τις ανάγκες τις σύγχρονης αγοράς, μείωση του χάσματος χρηματοδότησης αλλά και ανταμοιβή της αριστείας στο υψηλότερο επίπεδο. Όλα αυτά είναι προς συζήτηση. Κάποιοι, όμως, θα πρέπει να ξέρουν να ακούν, να συζητούν, να διεκδικούν και να παίρνουν μέτρα και αποφάσεις, ανάλογα με τις ανάγκες της χώρας αλλά και της προσαρμογής στα διεθνή δεδομένα. Και δεν εννοούμε μόνο τους εκπροσώπους μας αλλά, κυρίως, εννοούμε τους Πολίτες της χώρας, γιατί αυτοί θα στηρίξουν ή θα απορρίψουν τις όποιες προτάσεις της Ε.Ε. Έχω την εντύπωση ότι η σημερινή κυβέρνηση με τις ‘μεταρρυθμίσεις’ που προτείνει επιχειρεί να λύσει «παλιά» προβλήματα κι όχι προβλήματα που απασχολούν ήδη τον δυτικό κόσμο. Σε μια χώρα που ο ακαδημαϊκός δάσκαλος εκλέγεται ή αναβαθμίζεται από τον εκάστοτε Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, πληρώνεται με μισθό σχεδόν ισότιμο με εκείνο του δημόσιου υπαλλήλου, όπου ο διδάσκων - ερευνητής παίρνει τον μισθό του 6 μήνες αργότερα από την έναρξη της σύμβασής του ή δεν έχει εργαστήριο και κονδύλια για να πληρώσει τους συνεργάτες του, όπου τα προγράμματα σπουδών είναι περιθωριοποιημένα και δεν ξυπνούν το ενδιαφέρον των νέων, όπου οι αίθουσες χρησιμεύουν ως εξεταστικά κέντρα μαζικής προσέλευσης άγνωστων φοιτητών, η συζήτηση θα έπρεπε να έχει αρχίσει με διάλογο από Σχολείο σε Σχολείο και από ΑΕΙ σε ΑΕΙ και όχι με αιφνιδιασμούς και εκθειασμούς των ΜΑΤ(!). Η καλλιέργεια της γνώσης και η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης είναι βασικές προϋποθέσεις λειτουργίας τόσο των δημοκρατικών θεσμών όσο και την προόδου μιας χώρας. Γι’ αυτό και τα θέματα της Παιδείας θα πρέπει ν’ αντιμετωπίζονται συλλογικά από τα κόμματα και τους Πολίτες ως μια συνεχής κοινωνική και πολιτική πρόκληση και όχι ως μικροκομματική σκοπιμότητα. Ίσως τελικά να είναι η παιδεία και το μέλλον των παιδιών μας η αφορμή ν’ αλλάξουμε και ν’ αποκτήσουμε συλλογική νοοτροπία και επομένως και κοινοτική συνείδηση. Άλλωστε η πρόκληση για το καλύτερο αφορά τελικά το σύνολο και όχι καθένα ξεχωριστά.

Η εκπροσώπηση ως μέσον για την εμβάθυνση της Δημοκρατίας

Είναι ολοφάνερο ότι τα χαρακτηριστικά της ‘νέας’ παγκόσμιας κοινωνίας έχουν αλλάξει καθοριστικά τα τελευταία χρόνια και ότι η αλληλεξάρτηση του ενός κράτους από το άλλο τείνει να γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Άλλωστε, αν υπάρχει μια θετική πλευρά σε αυτό που λέμε «παγκοσμιοποίηση» είναι αυτό: Η απόλυτη ανάγκη συνεργασίας έστω κι αν είμαστε διαφορετικοί. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας έννοιες όπως, ο χώρος και ο χρόνος, η οικονομία και η πολιτική, η επιστήμη και η τέχνη τροποποιούνται αναλόγως και πάντως προς όφελος όχι του ενός αλλά των πολλών. Θα μου πείτε αυτό δεν συνέβαινε πάντα; Πιστεύω πώς σήμερα συμβαίνει ακόμα περισσότερο απ’ ότι στο παρελθόν γιατί αυτό που λέμε ‘πληροφορία’ έχει αστραπιαίες ταχύτητες και το δικαίωμα στην πληροφόρηση το έχουμε οι περισσότεροι.

Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, η δημοκρατία είναι, ίσως, η πιο δυναμική ιδέα του αιώνα. Κι αυτό γιατί ενώ σήμερα τα περισσότερα κράτη έχουν δημοκρατικό πολίτευμα, ο βαθμός της δημοκρατίας που έχει το καθένα από αυτά διαφέρει και μάλιστα με πολλές αποκλίσεις. Για παράδειγμα, όπως αναφέρει ο Giddens στο βιβλίο του «Ο κόσμος των ραγδαίων εξελίξεων» ο Βρετανός δεν καταλαβαίνει «πώς ο Αμερικάνος αντέχει να κυβερνάται από ανθρώπους που δεν θα τολμούσε ούτε στο όνειρό του να προσκαλέσει σε δείπνο;» κι από την άλλη ο Αμερικάνος αναρωτιέται «πώς ο Βρετανός ανέχεται να κυβερνάται από ανθρώπους που δεν τολμά ούτε να ονειρευτεί ότι θα τον προσκαλούσαν σε δείπνο;». Αυτό που διαφέρει είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από ιστορικούς και πολιτικούς όρους που το κάθε δημοκρατικό κράτος έχει δημιουργήσει. Πώς δηλαδή, ο πολίτης του κάθε κράτους αντιλαμβάνεται τη θέση του μέσα στην ισοπολιτεία. Στην Ελλάδα σήμερα συχνά δημιουργείται η εντύπωση ότι ο πολίτης αντιλαμβάνεται την «συμμετοχή» του στη δημοκρατία ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής του σε τηλεοπτικές εκπομπές και δελτία ειδήσεων. Έτσι, κάποιοι, κυρίως πολιτικοί, μονοπωλούν το φακό μήπως και από τις πολλές εμφανίσεις τους τελικά καταφέρουν, όχι τόσο να καταθέσουν την άποψή τους αλλά να μονοπωλήσουν το πρόγραμμα και να γίνουν αναγνωρίσιμοι. Για αυτούς η δημοκρατία φαίνεται να συμβαδίζει με μια ναρκισσιστική ιδεοληψία σε αντίθεση με τα ιδανικά και τις υπηρεσίες που θα έπρεπε να προσφέρουν μέσα από την στράτευσή τους στα Κοινά. Σε αυτά τα λεπτά που προσμετρά ο καθένας προκειμένου να γίνει διάσημος ‘συμβάλλουν’ οι παρουσιαστές-σχολιαστές που τα τελευταία χρόνια προσωποποιούν αντί να πληροφορούν, υπερτονίζουν αντί να καταγράφουν. Όσο για τη λεγόμενη δημοσιογραφική έρευνα…αυτή εκθέτει τα αποτελέσματά της σχεδόν πάντα χωρίς αντίλογο αφού κανείς δεν ολοκληρώνει, όπως συνηθίζουν να λένε. Το ερώτημα είναι αν με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται πολιτικός λόγος που ενισχύει τη δημοκρατία και τη διάθεση του πολίτη να συμμετάσχει σε θέματα που τον αφορούν άμεσα. Νομίζω ότι ο στοχαστικός πολίτης απογοητεύεται και φυσικά αποστασιοποιείται. Θεωρεί την πολιτική μάλλον ως μια διεφθαρμένη επιχείρηση στην οποία οι πολιτικοί εκπρόσωποι διαχειρίζονται τα δικά τους συμφέροντα αντί εκείνα των ψηφοφόρων. Ακολουθεί η απαξίωση και η αδιαφορία πράγμα που έχει αντίκτυπο στον τρόπο που το δημοκρατικό πολίτευμα καταξιώνεται μέσα από τη δυνατότητα που έχει η εμβέλεια της φωνής κάθε πολίτη που εκφράζεται ελεύθερα.

Η δημοκρατία φαίνεται ν’ ανθίζει μόνο σε γόνιμα εδάφη, τα οποία καλλιεργούνται για πολύ καιρό. Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ακόμα και αν η σχετική ελευθερία που έχουμε κατακτήσει, είναι προϊόν τριών αιώνων πολιτικών αγώνων, η εμβάθυνση της δημοκρατίας παραμείνει ζητούμενο. Ίσως γιατί η ελευθερία του λόγου είναι συνάρτηση μιας κουλτούρας που έχει να κάνει με τη σταθερότητα σε αξίες και με πλήρη ευθύνη του τι τελικά πρεσβεύει κατ’ εξοχήν εκείνος που μας εκπροσωπεί. Ο εκάστοτε άρχοντας τοπικής αυτοδιοίκησης, ο βουλευτής, ο υπουργός, ο συνδικαλιστής και σήμερα θα προσθέταμε και ο δημοσιογράφος. Η ρόλος δεν καταξιώνεται μέσα από τον τίτλο αλλά μέσα από την κουλτούρα που εμφορείται ο καθένας απ’ όλους αυτούς όσους εκπροσωπούν τα συμφέροντα του πολίτη. Χωρίς την καλλιέργεια αυτής της κουλτούρας με βασικό συστατικό το σεβασμό απέναντι στα δικαιώματα των άλλων, καταλήγουμε σε αυτόκλητους σωτήρες που βαυκαλίζονται μονολογώντας.. Δυστυχώς, με αυτό τον τρόπο, πολλές φορές, οι πολίτες ‘διαπαιδαγωγούνται’ ανάλογα και διαμορφώνουν αντίστοιχες στάσεις στην καθημερινότητά τους. Το αποτέλεσμα, αργά ή γρήγορα θα πλήξει τους ίδιους ή τα παιδιά τους γιατί η αυθαιρεσία επεκτείνεται σαν μεταδοτική ασθένεια και τελικά επιστρέφει εκεί που δεν την περιμένεις. Ο εκδημοκρατισμός της δημοκρατίας εξαρτάται άμεσα από την ενίσχυση της κουλτούρας της κοινωνίας των πολιτών. Αυτή δεν οικοδομείται μόνο από την κορυφή προς τη βάση αλλά κυρίως αντίστροφα. Η κατάκτηση της ψήφου δεν είναι μια απλή στατική ενέργεια που τελειώνει με τις εκλογές. Ο πολίτης οφείλει και πρέπει να ελέγχει με ανάλογες δράσεις τους εκπροσώπους του σε όλους τους θεσμικούς φορείς άλλοτε συνεισφέροντας στο έργο τους και άλλοτε κριτικάροντας την ασυνέπεια ή την αδιαφορία τους.

Μέσα από την ενημέρωση ο πολίτης κρίνει και τη θεσμική προσφορά των κομμάτων στην υπόθεση της δημοκρατίας. Κι αυτό γιατί τα κόμματα λειτουργούν αντιπροσωπευτικά των κοινωνικών ομάδων που εκπροσωπούν. Στις τελευταίες δημοσκοπήσεις παρατηρούμε ότι η διαφορά των δύο μεγάλων κομμάτων έχει σχεδόν μηδενιστεί. Τι σημαίνει αυτό για το ΠΑΣΟΚ; Είναι γεγονός ότι οι ευκαιρίες για το χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε μια περίοδο ήττας, είναι πολύ περισσότερες από εκείνες της κυβέρνησης. Αυτό συμβαίνει γιατί τα στελέχη του κινήματος έχουν περισσότερο χρόνο για αυτοκριτική και παρατήρηση των λαθών τη δικής τους διακυβέρνησης αλλά και της κυβέρνησης της Ν.Δ. από απόσταση. Τι ίδιες ευκαιρίες έχει, όμως, και ο ΄Έλληνας πολίτης που δεν είναι απλά ψηφοφόρος αλλά εκείνος ελέγχει και κρίνει τα λόγια και τα έργα των εκπροσώπων του. Το ΠΑΣΟΚ με αφορμή τις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης έχει ξαναθυμηθεί την ενότητά του. Όσοι συμμετέχουν από τα μέσα γνωρίζουν πολύ καλά το κόστος συλλογικής μνήμης και λήθης που εκφράζεται με λέξεις όπως «πολυσυλλεκτικότητα», «συμφιλίωση», «συνεργασία», «αυτοθυσία» «ομόνοια» κ.λ.π. Το ζητούμενο κι εδώ είναι η ευθύνη όλων όσων λέγονται αλλά κυρίως όσων τηρούνται στην πράξη. Κι αυτό γιατί δεν φτάνει κάθε φορά να φαινόμαστε αλλά και να είμαστε αυτοί που με τις δικές μας υπερβάσεις αναλαμβάνουμε να πάμε την χώρα μπροστά και ν’ αποκαταστήσουμε έννοιες όπως «πρόοδος», «μεταρρύθμιση», «επανίδρυση του κράτους» κ.α. από τη σημερινή διαστροφή τους. Θα μπορέσει αυτή η αίσθηση χρέους να ενδυναμώσει την αποφασιστικότητα του κινήματος παράλληλα με το αίσθημα ταπεινότητας που οφείλει να έχει ένα ηττημένο κόμμα εξουσίας; Αυτό το παράδειγμα δημοκρατίας περιμένει ο κόσμος από το κίνημα, αυτή την υπέρβαση περιμένει από τον κάθε υποψήφιο ξεχωριστά. Ας μην χρονοτριβούμε.