Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Μπορούμε ακόμα να ασκούμε κριτική στην καταναλωτική κοινωνία;


του Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ*

Στη δεκαετία του 1960, η πρωτοποριακή κριτική σκέψη, είτε νεομαρξιστική είτε ελευθεριακή, πρόκρινε την καταγγελία της «καταναλωτικής κοινωνίας» που υποτίθεται ότι ενσωμάτωνε τα άτομα ως παθητικούς καταναλωτές στην εμπορευματική κοινωνία, αποπολιτικοποιώντας τα και κάνοντάς τους πλύση εγκεφάλου, διαμέσου ενός πελώριου συστήματος γοητείας και διαφθοράς των πνευμάτων.

Η νέα ιδέα μιας υποδούλωσης μέσα στην και από την ευμάρεια διαδόθηκε στο πεδίο των διανοουμένων. Οι νεομαρξιστές θεωρητικοί της «αλλοτρίωσης» τής προσέδωσαν τα ευγενή φιλοσοφικά της διαπιστευτήρια. Η καταναλωτική προσταγή έγινε ο πρωταρχικός στόχος της κριτικής σκέψης, τροφοδοτούμενης από την αμφισβήτηση των αναρίθμητων «επίπλαστων αναγκών» που δημιουργούνται από το εμπορευματικό σύστημα. Η διανοητική εξέγερση κατά του «Συστήματος» στόχευε πριν απ' όλα την ομοιογενοποιητική ισχύ που του αποδιδόταν και την αύξουσα τεχνητότητα της ζωής που προϋπέθετε. Η επιβαλλόμενη ομοιογενοποίηση από μια ανώδυνη συμβολική βία, κατ' εικόνα της νέας σεξουαλικής καταπίεσης με φιλελεύθερο ή διαλλακτικό πρόσωπο, ιδού τι ήταν αυτό που εμφανιζόταν να σφραγίζει την ανάδυση ενός νέου ολοκληρωτισμού, την ομοιογενοποιητική ποδηγέτηση που προσιδίαζε στις «προηγμένες βιομηχανικές κοινωνίες». Ο φιλόσοφος-κοινωνιολόγος Ανρί Λεφέβρ κατάγγελλε «τη διευθυνόμενη γραφειοκρατική κοινωνία της κατανάλωσης» που εικόνιζε το αλα γαλλικά κράτος-πρόνοιας.

Η«αμφισβήτηση» των ριζοσπαστών διαμαρτυρόμενων έστρεφε τα βέλη της προς ένα σύνολο «αναγωγών» στιγματιζόμενων ως ακρωτηριασμών, εκπτωχεύσεων ή μη συνειδητών στερήσεων. Αλυσιδωτές «καταναλωτιστικές» αναγωγές: Ο άνθρωπος ανάγεται στην καταναλωτική του όρεξη, η ευτυχία στην κατανάλωση νέων πάντα αντικειμένων, η κουλτούρα στην κατανάλωση στανταρισμένων προϊόντων, σε ψυχαγωγικά θεάματα προσφερόμενα από την «κοινωνία του θεάματος» λιτανικά καταγγελλόμενης από τον Γκι Ντεμπόρ και τους οπαδούς του. Από εδώ απέρρεε και η ανάλυση του «μονοδιάστατου ανθρώπου» από τον Χέρμπερτ Μαρκούζε, που πάραυτα συνεχίστηκε από την «αμφισβητησιακή γενιά» που αναγνωριζόταν μέσα σε αυτό το «εναλλακτικό» κράμα απαισιοδοξίας και ουτοπισμού (η σωτηρία διαμέσου των νέων, των μη Δυτικών, των γυναικών, των περιθωριακών). Η κριτική ανάλυση της «πολιτισμικής βιομηχανίας», σύμφωνα με την έκφραση που εισήγαγε ο Τέοντορ Αντόρνο, επιβλήθηκε ως ένα από τα πρωταρχικά θεωρητικά εργαλεία αυτής της «μεγάλης άρνησης» που εξαγγέλθηκε έναντι της «καταναλωτικής κοινωνίας».

Αυτό το κίνημα της «ριζοσπαστικής» κριτικής σκέψης κορυφώθηκε τον Μάη του '68. Εντούτοις, κάτω από τις προβαλλόμενες γιορταστικές διεκδικήσεις διαφαίνονταν ορισμένα αιτήματα λιτότητας και ολιγαρκούς βίου, φέροντας σε πρώτη σειρά το πνεύμα ισότητας και συνεργατικότητας στο εσωτερικό μικρών αυτόνομων ομάδων, των οποίων «ο κοινοτικός βίος», εκτός των ορίων του «Συστήματος» (μισθωτή εργασία, τριαδική οικογένεια, εθνικό συναίσθημα), συνιστούσε μια απόπειρα πραγματοποίησης στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Οταν όμως οι ουτοπίες εκπληρώνονται, αδράχνονται αναπόφευκτα από το διαστροφικό αποτέλεσμα. Οι ουτοπικές «κοινότητες» διαλύθηκαν, σαρωμένες από την ελκτική ισχύ του «Συστήματος» (πρώτα το χρήμα). Ανθρωπολογική εκδίκηση της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Οι «αμφισβητίες» του '68, μεγάλοι καταναλωτές ουτοπιών, σε μεγάλο αριθμό ενσωματώθηκαν στο «Σύστημα» τη δεκαετία του 1970 και κατέλαβαν θέσεις εξουσίας, πράγμα που μπορούσε να κάνει κάποιον να πιστέψει ότι θα το άλλαζαν από τα μέσα. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Η «καταναλωτική κοινωνία» πέτυχε να ενσωματώσει τις πιο αδιάλλακτες κριτικές τους και να εξουδετερώσει τους πιο αδυσώπητους εχθρούς της, ωθώντας αυτούς τους τελευταίους στην κόλαση της τρομοκρατικής δράσης ή της εξτρεμιστικής εγκληματικότητας («Αμεση Δράση»). Ενισχύθηκε μάλιστα μέσω της εξάσκησης της ιδιότητάς της να αφομοιώνει σε όλα τα επίπεδα το ετερογενές, το παραβατικό, το ανυπότακτο, το εξεγερμένο. Εμβληματικό διαλογικό αποτέλεσμα, η έκφραση «πολιτισμική βιομηχανία» έχασε την κριτική της φορά που είχε στις αριστερίστικες χρήσεις της για να μεταλλαχθεί σε κοινότοπο περιγραφικό όρο της διοικητικής και διαχειριστικής γλώσσας.

Η περιφρονημένη και μισητή «καταναλωτική κοινωνία» έγινε τεράστια επιδοτούμενη επιχείρηση, κρατική υπόθεση. Η εξομάλυνση επιταχύνθηκε μέχρι του να χαθεί κάθε νόημα στην αντίθεση Αριστερά-Δεξιά: από δρόμους που κανείς δεν περίμενε, η Αριστερά πέρασε ασυναίσθητα στο στρατόπεδο της συντήρησης και της υπεράσπισης του status quo («υπεράσπιση των κεκτημένων»), ενώ η Δεξιά ταυτοποιούνταν με αγαλλίαση σε αυτό της αλλαγής («όλα είναι εφικτά»). Ο σοσιαλισμός έπαψε να δρα ως μυστικό που συνεγείρει τις ψυχές, για να μην είναι πλέον παρά μια μετριοπαθής τεχνική αναδιανομής του πλούτου που επιτρέπει σε επαγγελματίες δημαγωγούς να κερδίζουν τις εκλογές. Βέβαια, η Αριστερά παραμένει μία φίρμα, αλλά η ιδεολογική της «αξία» είναι σε πτώση. Γιατί η πίστη ότι η σωτηρία θα έλθει μέσω της αναδιανομής, τελευταίο απομεινάρι της σοσιαλιστικής ουτοπίας, αντικαταστάθηκε από τη λυτρωτική πίστη στη «ρύθμιση», που εκθειάζεται από τη Δεξιά και την Αριστερά ταυτόχρονα.

Παρ' όλα αυτά, μπορεί κανείς να φανταστεί, χωρίς να γελάσει, την ανάδυση ενός μαζικού μαχητικού ενθουσιασμού υπέρ της «παγκόσμιας ρύθμισης»; Κάτι ακόμα πιο σημαντικό: Στις δεκαετίες 1990 και 2000, ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε ακροαριστερά και ακροδεξιά εξαλείφθηκε στο επίπεδο του λόγου, στο εξής τα δύο άκρα επικοινωνούν στο μίσος κατά του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, της «ιμπεριαλιστικής Δύσης», της υπό «σιωνιστικό» έλεγχο Αμερικής και βέβαια του Ισραήλ. Αυτό το νέο στρατόπεδο της ριζοσπαστικής αμφισβήτησης, συσπειρώνοντας τους ανατρεπτικούς και τους επαναστάτες κάθε διανοητικής προέλευσης, εκτρέπεται ενίοτε σε τρομακτικές συμμαχίες με τους ισλαμιστικούς κύκλους, οι οποίοι υποδέχθηκαν και επανερμήνευσαν την παλιά κληρονομιά του μαρξοειδούς τριτοκοσμισμού.

Ο συνολικός απολογισμός για τη γαλλική κοινωνία μπορεί να συνοψιστεί από μια απλή διαπίστωση, θριαμβευτικά διατυπωμένη, στα τέλη Σεπτεμβρίου 2009, από μια δημοσιογραφική ανακοίνωση: «Τα νοικοκυριά καταναλώνουν τρεις φορές περισσότερο από ό,τι πριν πενήντα χρόνια». Πράγματι, αυτό είναι το αποτέλεσμα επίσημης μελέτης για την κατανάλωση των Γάλλων μεταξύ 1960 και 2007. Εκεί, μαθαίνουμε ότι τα γαλλικά νοικοκυριά καταναλώνουν περισσότερο, αλλά διαφορετικά: ξοδεύουν λιγότερα για τη διατροφή τους ή την ένδυσή τους και περισσότερα για την κατοικία τους, τις μετακινήσεις τους, την επικοινωνία τους, την υγεία τους και την «ψυχαγωγία» τους (όρος που τείνει να υποκαταστήσει την στα αζήτητα λέξη «κουλτούρα»). Βέβαια, οι καταναλωτές δεν θέτουν ερωτήσεις, αλλά ξέρουν να απαντούν τουλάχιστον σε μία: «Τι να επιλέξω;». Η «φιλοεπιλεκτική» ιδεολογία είναι η αυθόρμητη ιδεολογία των γνωστικών καταναλωτών. Στο εξής, ο καταναλωτισμός είναι μέσα σε όλα τα μυαλά, η αμφισβητησιακή ουτοπία των '60ς κατέφυγε στο υπερ-περιθωριακό δίκτυο των οπαδών της «αποανάπτυξης». Εξού και το συναινετικό δημοσιογραφικό σχόλιο: «Η κατανάλωση παραμένει ο μοχλός της οικονομίας μας».

Αποφύγαμε συνεπώς τα χειρότερα: Οι πολίτες μεταμορφώθηκαν όλοι σε καταναλωτές. Οι μόνες συγκρούσεις που πραγματικά τούς αντιπαραθέτουν σχετίζονται με την ανισότητα της πρόσβασής τους στα καταναλωτικά αγαθά. Πράγματι, η επιθυμία, ο φθόνος και η μνησικακία είναι πάθη που αντιστέκονται σε όλες τις ιστορικές ανατροπές. Η εξισωτιστική/καταναλωτιστική επαγρύπνηση πήρε τα πρωτεία από την αντιφασιστική επαγρύπνηση. Αυτή είναι η θλιβερή πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από τη διάγνωση εκείνων, οι οποίοι σκέπτονται τη μετανεωτερικότητα ως «τέλος των μεγάλων αφηγήσεων»: Μια ακραία εξατομίκευση.

Από τη στιγμή που απελευθερώνονται των απελευθερωτικών μετα-αφηγήσεων του ανθρωπίνου είδους, οι Γάλλοι αντιπρόσωποι αυτού του τελευταίου δεν έχουν παρά να γίνουν συνδρομητές στο «60 εκατομμύρια καταναλωτές» («Το περιοδικό που ξαναδίνει την εξουσία στους καταναλωτές»). Ο τόσο αιτούμενος από τον Αριστοτέλη «αγαθός βίος» βρήκε τον τελικό του ορισμό: το «καλώς καταναλίσκειν» όλοι μαζί, με ισότητα ή σχεδόν με ισότητα. Αυτή είναι η άψυχη καρδιά της μεταμοντέρνας φρόνησης. Μένει να δούμε αν αυτή η υποβοηθούμενη ευτυχία θα αντισταθεί στα υποτιθέμενα προβλεπτά αποτελέσματα της κλιματικής υπερθέρμανσης όσο και στα βιαστικά μέτρα που λαμβάνονται για να την καταπολεμήσουν. Το μέλλον της ευτυχίας παραμένει αβέβαιο.

Μετάφραση: Ανδρέας Πανταζόπουλος

* Ο Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ είναι φιλόσοφος, ιστορικός των ιδεών και πολιτειολόγος, διευθυντής ερευνών στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών στο Παρίσι (CEVIPOF/CNRS). Το άρθρο δημοσιεύθηκε στη γαλλική εφημερίδα Le Figaro, 8/10/2009 απο τη σημερινή Ελευθεροτυπία

2 σχόλια:

Greek Rider είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
gianopoylos23 είπε...

Και εσύ όπου φυσάει ο άνεμος, όπως κάνεις τα τελευταία χρόνια ; Πότε με τον ένα, πότε με τον άλλον, όποιος σου κάτσει... Νομίζεις ότι θα έχεις μια θέση τώρα με τους γενικούς γραμματείς, έτσι; Μετά από χρόνια λευκής απεργίας και βρισιές, μετά από την διαπλοκή, τώρα που τους βλέπεις πάνω αρχίζεις να γλύφεις. Αν προσπαθείς να το σβήσεις θα σου κάνω ολόκληρη αφιέρωση αλλού, όπου θα το δούνε πολλοί. Με ΟΛΑ ΣΟΥ. Τέλος με την υποκρισία που δείχνεις! Κατάλαβε επιτέλους ότι σε καταλάβανε πολλοί. Ξέρουμε πως πήρες δουλειά, θέσεις, ποιος σου γραφεί τους λόγους... Γιατί δεν σε χαιρετάει η κάθε σύζυγος...
Μιλάς καθόλου και στην TV Μυτιλήνης η μόνο στο Αρχιπέλαγος; Για να μην έχεις συνομιλητής να σου πετάξει στα μούτρα αυτά που πέταξε στους άλλους που το παίζουν τώρα καθαροί και πιστοί, έτσι;
Είδες φως και βουρ στο πατσά. Κούνια που σας κούναγε...
Τώρα αντιγράφεις και το παίζεις