Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Anna Colombo - Για μια πολιτική Ευρώπη


Η Anna Colombo, γενική γραμματέας της σοσιαλιστικής ομάδας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αποδίδει την απομάκρυνση της Ευρώπης από τους πολίτες της σε τρεις βασικούς παράγοντες: την όλο και πιο περίπλοκη θεσμική της αρχιτεκτονική, την απουσία ιδεαλιστικού οράματος, και την επικράτηση δεξιών κυβερνήσεων σε πολλές χώρες-μέλη, στην ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Μια συνέντευξη στην Ελένη Χριστίδου για το Re-public


Ε: Η πρώτη ερώτηση είναι: γιατί το ‘όχι’ στην Ε.Ε. είναι, σήμερα, πιο εύκολο από το ‘ναι’;


Anna Colombo: Πρώτα απ’ όλα, τους Ευρωπαίους πολίτες η Ευρώπη τους αφορά κάθε δευτερόλεπτο της ζωής τους. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό, ακόμη κι αν δεν το ξέρουν. Αυτή είναι κι η πλευρά που κάνει το όλο εγχείρημα κάπως παράλογο. Από τη μια πλευρά, η Ευρώπη ανέπτυξε τα τελευταία πέντε χρόνια έναν τρόπο παρουσίας σχεδόν σε κάθε τομέα της ύπαρξής μας. Από την άλλη πλευρά, όσο περισσότερο συμβαίνει αυτό, τόσο περισσότεροι πολίτες- για διάφορους λόγους- κάνουν πίσω. Υπάρχουν δυο αιτίες: η πρώτη, που είναι πιθανώς αντικειμενική, είναι ότι η Ευρώπη, προκειμένου να δημιουργήσει την ενιαία αγορά και άλλα εναρμονιστικά μέτρα, γίνεται όλο και πιο περίπλοκη σε ό,τι αφορά τη θεσμική της αρχιτεκτονική με αποτέλεσμα, οι πολίτες να κάνουν λίγο πίσω. Η άλλη συνδέεται με την εξέλιξη της ιδέας της Ευρώπης στη σκέψη των Ευρωπαίων ηγετών. Νομίζω ότι μέχρι πριν από μερικά χρόνια είχαμε ακόμη Ευρωπαίους ηγέτες από σημαντικά κράτη-μέλη που ήταν εξαιρετικά αφιερωμένοι προσωπικά, ιστορικά και πολιτικά στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση. Δεν είχαμε, λοιπόν, μια Ευρώπη διαπραγματεύσεων και συμβιβασμών που συνδέονταν απλώς με πρόσθετα εθνικά συμφέροντα, αλλά μια προοπτική, μια ιδέα. Στο μυαλό των Ευρωπαίων ηγετών, η Ευρώπη σήμαινε πολύ περισσότερα από απλούς συμβιβασμούς, από το να δούνε πόσα μπορεί να κερδίσει η χώρα τους απ’ την Ευρώπη. Η τρίτη αιτία, εμφανής για μένα που είμαι σοσιαλίστρια, είναι το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη, εκτός από τις θεσμικές δυσκολίες και την απουσία ιδεαλιστικού οράματος, κυβερνιέται από δεξιές κυβερνήσεις σε πολλές χώρες, στην ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αυτή η Ευρώπη έπαψε να εκπληρώνει στόχους, από την άποψη -για να χρησιμοποιήσω το σύνθημά μας- του ‘πρώτα οι άνθρωποι’, από την άποψη του κοινωνικού προβληματισμού για τους ανθρώπους, από την άποψη του να κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν προστατευμένοι και όχι απειλούμενοι από την ΕΕ.


Πολλοί πολίτες, που οι περισσότεροι προέρχονται από το εν δυνάμει εκλογικό σώμα μας, επειδή ανήκουν στις πιο λαϊκές κοινωνικές τάξεις που είναι πιο ευάλωτες στις χρηματοοικονομικές κρίσεις και την παγκοσμιοποίηση, δεν βρίσκουν σ’ αυτές τις δεξιές κυβερνήσεις της Ευρώπης απάντηση στα ερωτήματά τους αλλά ακόμη μεγαλύτερη απειλή. Κι αυτή είναι η αιτία που τόσο πολλοί άνθρωποι λένε όχι στην Ευρώπη.


Ε: Με αυτό απαντήσατε και στην επόμενη ερώτησή μου, που είναι: οι άνθρωποι λένε όχι στην Ευρώπη, γενικά, ή σ’ αυτή την συντηρητική, δεξιά Ευρώπη;


Anna Colombo: Αυτή είναι η πρόκλησή μας! Ανέφερα τρία επιχειρήματα. Σχετικά με το πρώτο, την περιπλοκή των θεσμών και το γεγονός ότι η Ευρώπη βρίσκεται πολύ μακριά από τους πολίτες της, οι ευθύνες ανήκουν σε όλους. Υπάρχουν ευθύνες για τους τομείς του Τύπου και της επικοινωνίας, για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ύστερα από τα δυο ‘όχι’ στο σύνταγμα κατάλαβαν ότι πρέπει να κάνουν μια προσπάθεια για να ‘επικοινωνήσουν’ την Ευρώπη. Υπάρχουν ευθύνες για τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα και νομίζω ότι εμείς, ως σοσιαλιστές, πρέπει τώρα να είμαστε πολύ σοβαροί με αυτό το θέμα. Σχετικά με το δεύτερο επιχείρημα, υπάρχουν ευθύνες για τους Ευρωπαίους πολιτικούς ηγέτες - στη δεξιά, το κέντρο και την αριστερά. Η παγκόσμια χρηματοοικονομική και οικονομική κρίση, η κλιματική αλλαγή, η ανάγκη για ένα νέο τρόπο αντίληψης για την ειρήνη στον κόσμο- υπάρχει επίσης η νίκη του Ομπάμα στις ΗΠΑ- δείχνουν ότι το μεμονωμένο έθνος-κράτος δεν μπορεί πλέον να μετρήσει καθόλου σε παγκόσμιο επίπεδο. Η συνάντηση των G-20 έδειξε πολλά πράγματα, ένα όμως πολύ καθαρά: ήταν η αρχή του τέλους των G-8, προς όφελος ενός πολύ πιο περιφερειακού κόσμου, όπου τα κράτη-μέλη μας, μόνα τους, δεν μετρούν. Κι όπου μια Ευρώπη που αποτελεί άθροισμα διαφορετικών και αντικρουόμενων εθνικών συμφερόντων δεν μπορεί να παίξει ηγετικό ρόλο. Πρέπει να επανιδρύσουμε την ιδέα της Ευρώπης, που ήταν ιδέα των ιδρυτών της. Η πρόκληση που αντιμετωπίζουμε ως σοσιαλιστές είναι να καταστήσουμε σαφές στους πολίτες ότι η Ευρώπη είναι πολιτική, μπορεί να είναι αριστερή ή δεξιά κι αυτό κάνει τη διαφορά. Υπάρχουν δυο δυνατές απαντήσεις σ’ αυτή την τάση για ‘όχι’ στην Ευρώπη. Η μια είναι αυτή στην οποία πιστεύουμε, το γεγονός ότι η Ευρώπη είναι απολύτως αναγκαία. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα χωρίς ευρωπαϊκή συνεργασία. Όλες οι προκλήσεις για τις οποίες συζητήσαμε, χρηματοοικονομική και οικονομική κρίση, κλιματική αλλαγή, ενεργειακή κρίση, δεν σταματούν στα σύνορα. Κατά συνέπεια, μια Ευρώπη ικανή να έχει ισχυρούς θεσμούς, να μιλάει με μια ενιαία φωνή, είναι ένα must, μια ανάγκη. Η Ευρώπη είναι μια υπέροχη ιδέα, που διευθύνεται σήμερα από τους λάθος ανθρώπους. Κι αυτή είναι η δική μας πρόκληση: να κάνουμε τους πολίτες να καταλάβουν αυτές τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος: οφείλουμε να είμαστε φιλοευρωπαίοι και οφείλουμε να κάνουμε αυτή την Ευρώπη καλύτερη, πιο αριστερή και πιο σοσιαλιστική. Αυτή είναι η πραγματική πρόκληση για τις ευρωπαϊκές εκλογές.


Ε: Υπάρχουν όμως και σοσιαλιστές ηγέτες που έχουν επιλέξει τον ευρωσκεπτικισμό ως προσανατολισμό του κόμματός τους. Αναφέρομαι πιο συγκεκριμένα στο αυστριακό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.


Anna Colombo: Δεν θα το έλεγα ευρωσκεπτικισμό, σίγουρα όμως γίνονται υπερβολικά πολλές παραχωρήσεις στον λαϊκισμό, με τη σκέψη ότι ο λαϊκισμός μπορεί να αμφισβητηθεί στο δικό του γήπεδο. Νομίζω ότι αυτό είναι αδύνατον, ο λαϊκισμός πάντα θα νικά. Γι’ αυτό, πρέπει να είμαστε πολύ πιο σοβαροί όταν δίνουμε τις απαντήσεις μας, πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι οι άνθρωποι βλέπουν ποια είναι τα πλεονεκτήματά τους. Δεν λέω, βέβαια, ότι όλοι πρέπει να πιστεύουν σε ιδανικά και να μη βλέπουν τη ζωή τους να καλυτερεύει. Οι άνθρωποι, όμως, πρέπει να καταλάβουν ότι για να δουν τη ζωή τους να καλυτερεύει, πρέπει να εκχωρήσουν περισσότερα στην ευρωπαϊκή δικαιοδοσία, αλλά οπωσδήποτε με ένα άλλο είδος πολιτικής.


Ε: Νομίζετε ότι η ΕΕ ή οι θεσμοί της πρέπει να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για να έρθουν πιο κοντά στους πολίτες; Θα ήταν έτοιμοι για μια κοινή ευρωπαϊκή λίστα υποψηφίων για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο; Θα βοηθούσε κάτι τέτοιο;


Anna Colombo: Θα μπορούσε να βοηθήσει, αλλά είναι λίγο πρόωρο. Θα ήταν σα να βάζαμε τη δομή πριν από τη λύση του προβλήματος. Αυτή είναι μια ιστορική στιγμή για την Ευρώπη, που οφείλεται σε όλες αυτές τις ξαφνικές αλλαγές τις οποίες πρέπει να χειριστούμε πριν αποκτήσουμε υπερεθνικές λίστες, που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα, γιατί το σύστημα των ευρωπαϊκών εκλογών είναι ακόμη εθνικό. Υπάρχουν πολλές χώρες, για παράδειγμα, όπου οι προτιμήσεις μετρούν. Εάν βάζατε κάποιον που προέρχεται από άλλο κράτος-μέλος -κι επομένως τελείως άγνωστο- σε μια υπερεθνική λίστα, θα μπορούσε να είναι επιζήμιο για τη λίστα σας. Πριν λοιπόν έχουμε μια υπερεθνική λίστα, την οποία θα υιοθετήσουν μόνο οι σοσιαλιστές, πρέπει να συζητήσουμε σε Ευρωπαϊκό επίπεδο για την αλλαγή του εκλογικού συστήματος. Θα ήταν καλή ιδέα αν η απάντηση στο σύνταγμα ήταν ‘ναι’.


Είδαμε ότι υπάρχει χάσμα ανάμεσα σε μας και τον κόσμο. Πρέπει να δουλέψουμε πάνω στη γεφύρωση αυτού του χάσματος πριν προωθήσουμε την ιδέα μιας ευρωπαϊκής λίστας. Νομίζω ότι πρέπει να δουλέψουμε πολύ περισσότερο πάνω στις απαντήσεις που δίνουμε. Η επόμενη νομοθετική περίοδος θα είναι η πλέον πολιτική, θα έχει να χειριστεί τουλάχιστον δυο εντελώς διαφορετικά οράματα για την Ευρώπη. Είμαι πεπεισμένη ότι εάν κερδίσουμε και μπορέσουμε να υλοποιήσουμε το όραμά μας, οι άνθρωποι στο τέλος αυτής της νομοθετικής περιόδου θα είναι πολύ πιο φιλοευρωπαίοι και θα έχουν πολύ μεγαλύτερη συνείδηση αυτού που κάνουμε. Και τότε, γιατί όχι, θα βάλουμε το επόμενο λιθάρι με τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, μιας ευρωπαϊκής ιθαγένειας, αφού θα έχουμε εφαρμόσει στο μεταξύ το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και τη Συνθήκη της Λισσαβόνας.


Ε: Έχω κατά νου την κοινή γνώμη στην Ελλάδα, που ήταν για πολλά χρόνια σαφώς φιλοευρωπαϊκή, αλλά άλλαξε γρήγορα. Οι άνθρωποι έχουν την τάση να ξεχνούν πώς και πόσο πολύ ωφελήθηκαν από την Ευρώπη. Ένα παράδειγμα είναι το ευρώ, που είναι-κατά την άποψή μου- το πιο ισχυρό ευρωπαϊκό εργαλείο που είχαμε ποτέ, αλλά ακόμη και σ’ αυτή την οικονομικά δύσκολη περίοδο κανείς δεν αναφέρει σαφώς ότι χωρίς αυτό τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα.


Anna Colombo: Πρώτα απ’ όλα, η αυξανόμενη αντιδημοτικότητα της Ευρώπης στην Ελλάδα είναι ενδεικτική του γεγονότος ότι ορισμένες κυβερνήσεις δεν διστάζουν να παρουσιάζουν την Ευρώπη ως πηγή όλων των αρνητικών πραγμάτων. Όταν πρέπει να μειώσουν τον προϋπολογισμό για οποιαδήποτε αιτία ή να πάρουν οποιαδήποτε μη δημοφιλή απόφαση, δεν διστάζουν να πουν ότι το κάνουν λόγω της Ευρώπης. Από την άλλη πλευρά, η ίδια κυβέρνηση δεν εξηγεί επαρκώς ότι ένα μεγάλο μέρος της ανάπτυξης στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, κατέστη δυνατή κυρίως μέσω της αλληλεγγύης της Ευρώπης, μέσω των διαρθρωτικών ταμείων, μέσω ενός αριθμού αποφάσεων. Αποσιωπά, ακόμη, τις κοινές μας προσπάθειες για την καταπολέμιση της κλιματικής αλλαγής και την αλληλεγγύη που δείχνουμε απέναντι στην Ελλάδα, που υποφέρει λόγω των πυρκαγιών και των επιδράσεων της κλιματικής αλλαγής. Υπάρχει αυτή η παθητικότητα από μέρους των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων αλλά, ακόμη χειρότερο, υπάρχουν μερικοί που λαϊκίστικα χρησιμοποιούν την Ευρώπη, κατηγορώντας την για όλα τα κακά και αποδίδοντας στους ίδιους όλα τα καλά που η Ευρώπη κάνει για τη χώρα τους. Αυτό πρέπει να σταματήσει κι ο κόσμος πρέπει να το συνειδητοποιήσει.


Το γεγονός ότι η κοινή γνώμη στην Ελλάδα, που ήταν πάντα μια πολύ φιλοευρωπαϊκή χώρα, αλλάζει, πρέπει να μας ανησυχήσει.


Στο θέμα του ευρώ είναι ιδιαίτερα δύσκολο να απαντήσει κανείς. Οι άνθρωποι υπέφεραν, ιδίως σε ορισμένες χώρες, μετά την εφαρμογή του ευρώ, όχι λόγω του ίδιου του ευρώ, αλλά λόγω των καταχρήσεων του ιδιωτικού τομέα, του λιανικού εμπορίου ή της ανεπάρκειας των μηχανισμών ελέγχου. Σε κάποιες άλλες χώρες τα πράγματα πήγαν καλύτερα. Θα ήθελα να πω δυο πράγματα: το πρώτο, ότι είναι πολύ δύσκολο για τους ανθρώπους να δουν αναδρομικά τι θα είχε συμβεί, ιδιαίτερα σε χώρες με αδύναμη οικονομία, χωρίς το ευρώ. Το 1988, ένας οικονομολόγος, ο Paolo Cechini, συνέθεσε μια έκθεση με τίτλο ‘Το κόστος της μη Ευρώπης’, για να προωθήσει την ιδέα της ενιαίας αγοράς. Ήταν ένα ερέθισμα για να καταλάβει κανείς ποιο θα ήταν το κόστος του μη ευρώ, ειδικά τώρα που το ευρώ μας προστάτευσε. Είναι πολύ εύκολο να το αντιληφθούμε: αρκεί να συγκρίνουμε την Ελλάδα με την Ουγγαρία. Τότε βλέπουμε ότι δεν ήταν μόνο οι τράπεζες που πτώχευσαν στην Ουγγαρία, αλλά μια σειρά από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις, λόγω του νομίσματός τους που ήταν υποτιμημένο και βαλλόμενο.


Για να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο παράδειγμα, είναι πολύ σημαντικό να εξηγήσουμε στον κόσμο πώς, μερικές φορές, με το να εγκαταλείψουμε την εθνική μας κυριαρχία σε ένα τομέα, μπορούμε να την ανακτήσουμε ξανά σε έναν άλλο. Χρησιμοποιώ πάντα το ίδιο παράδειγμα: όταν ο Θαπατέρο κέρδισε τις εκλογές για πρώτη φορά, στην Ισπανία, έκανε αυτό που είχε υποσχεθεί και απέσυρε τα ισπανικά στρατεύματα από το Ιράκ. Χωρίς το ευρώ, θα είχε καταστραφεί από τις ΗΠΑ, γιατί η πεσέτα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτη. Όταν ο ισπανικός λαός αποφάσισε να μπει στην ευρωζώνη εγκατέλειψε την κυριαρχία του σε σχέση με το νόμισμά του, αλλά κατέκτησε την τεράστια δύναμη να αποφασίζει για την εξωτερική πολιτική του.


Βέβαια, όταν μιλάμε για το ευρώ πρέπει να πούμε τι κάναμε μ’ αυτό το νόμισμα, που είναι μόνο το ένα πόδι κάποιου πράγματος που μας το πούλησαν ως οικονομική και νομισματική ένωση. Περπατάμε τώρα με το ένα πόδι- το νομισματικό- και το άλλο, το οικονομικό, δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Είναι λοιπόν πολύ βασικό για την Ευρώπη να έχει συντονισμένη οικονομική, προϋπολογιστική ή βιομηχανική πολιτική για να κερδίσει το στοίχημα και να δημιουργήσει μια συνέργεια, όπου ένα κι ένα δεν κάνουν δύο αλλά τρία, τέσσερα, πέντε…..Μπορούμε πραγματικά να δούμε ότι κάθε ευρώ που ξοδεύουμε στην Ισπανία για την εκπαίδευση, θα έχει κατά κάποιο τρόπο θετική επίδραση στη Δανία ή αντίστροφα. Μπορούμε να το αποδείξουμε, και ο ρόλος των δεξαμενών σκέψης σε ευρωπαϊκό επίπεδο μπορεί να είναι πολύτιμος για να αποδείξουμε συσχετισμούς αυτού του είδους, επειδή επιστημονικά μπορούν να αποδειχτούν. Επομένως, η απάντηση στην ερώτησή σας για το ευρώ είναι η ακόλουθη: τώρα πρέπει επιτέλους να δώσουμε στην ευρωπαϊκή οικονομική και νομισματική ένωση το άλλο της πόδι.


Θα ήθελα να προσθέσω ότι οι Έλληνες, όπως και οι Ιταλοί, οι Ισπανοί ή οι Πορτογάλοι, υπήρξαν εργάτες που ταξίδεψαν πολύ στην Ευρώπη. Βίωσαν τη μη Ευρώπη: τα διαβατήρια, τη μη αναγνώριση των δικαιωμάτων κοινωνικής ασφάλισης, καταχρήσεις και δυσκολίες. Ίσως οι άνθρωποι να το έχουν ξεχάσει, αλλά εκείνοι οι εργάτες που προήλθαν από φτωχές χώρες ήταν κατά κάποιο τρόπο οι πρωτοπόροι αυτού που χτίσαμε και θα ήταν οι πρώτοι που θα έλεγαν ‘χάρη στην Ευρώπη δεν έχουμε πια σύνορα, έχουμε κοινό νόμισμα, έχουμε αμοιβαία αναγνώριση των δικαιωμάτων κοινωνικής ασφάλισης…’ Τα πράγματα δεν είναι τέλεια, μένουν πολλά ακόμη να γίνουν, αλλά η καλύτερη απάντηση σ’ αυτό είναι ότι πρέπει να κοιτάμε μπροστά και όχι πίσω.


Ε: Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η σημερινή άρνηση απέναντι στην Ευρώπη δεν είναι μόνο αποτέλεσμα του λαϊκισμού και των άλλων παραγόντων που αναφέρατε, αλλά επίσης του γεγονότος ότι η Ευρώπη δεν έχει-μέχρι σήμερα- ανταποκριθεί στις προσδοκίες που δημιούργησε στους πολίτες της;


Anna Colombo: Θυμάμαι ακόμη ότι στην αρχή της δεκαετίας του 1990 η Ευρώπη θεωρείτο από τους Ευρωπαίους πολίτες και εργαζόμενους ως δίκτυ ασφαλείας. Ήταν εκείνα τα χρόνια που προσπαθούσαμε να ολοκληρώσουμε τη νομοθεσία για την εργασία, τις εργασιακές συνθήκες, τη συμμετοχή των εργαζομένων, όλα εκείνα τα εκπαιδευτικά σχήματα: Erasmus, Leonardo, τα δικαιώματα μειονοτήτων, την εφαρμογή της γεωγραφικής συνοχής με τα διαρθρωτικά ταμεία…Ύστερα άρχισε η παρακμή. Υπήρξε κάποια στιγμή που όλες αυτές οι ιδέες αναστήθηκαν με τη Στρατηγική της Λισσαβόνας, τότε που στην εξουσία βρίσκονταν κυρίως κεντροαριστερές κυβερνήσεις. Έπειτα όμως, το 2003, με τον Αθνάρ και τους λοιπούς δεξιούς ηγέτες, άρχισαν να αλλάζουν σταδιακά οι κυβερνητικές πολιτικές και τα πράγματα χειροτέρευσαν. Κυριάρχησε μια πολύ νεοφιλελεύθερη και συντηρητική ιδέα του οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης. Εκείνη την εποχή, η κυρίαρχη σκέψη ήταν ότι ο μόνος τρόπος ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο δεν είχε να κάνει με την ποιότητα ή με την έμφαση στους ανθρώπινους πόρους ή την κοινωνική ασφάλιση ως μοχλούς ανάπτυξης. Αποφάσισαν απλώς να καταπολεμήσουν την παγκοσμιοποίηση σε επτά αναδυόμενες χώρες με τα δικά τους τα όπλα: πολύ φτηνά εργατικά χέρια, ανταγωνισμός στα βασικά κόστη αντί για εκσυγχρονισμό και οικοδόμηση της περίφημης κοινωνίας της γνώσης. Τώρα, μας είπαν, θα γίνουμε πρωταθλητές του κόσμου. Επέλεξαν να ξεπετάξουν τα δικαιώματα, πράγμα που ήταν επιζήμιο για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, για τους εργαζόμενους, για τις συνδικαλιστικές ενώσεις και για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κυρίως όμως ήταν εντελώς επιζήμιο για την αξιοπιστία της Ευρώπης στα μάτια των πολιτών της, γιατί άρχισαν να τη βλέπουν ως απειλή και όχι πια ως δίκτυ ασφαλείας, που θα τους προστάτευε από τον πόλεμο παρέχοντας ειρήνη, δημοκρατία και ένα κοινό ευρωπαϊκό έδαφος για μια ευρωπαϊκή κοινωνική οικονομία της αγοράς.


Ε: Νομίζετε ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες πιστεύουν ότι η Ευρώπη είναι ένα σχέδιο που ταιριάζει περισσότερο στις επιχειρήσεις, που διαθέτουν τους πόρους για να χρησιμοποιήσουν όλες τις δυνατότητες που τους προσφέρονται (του λόμπινγκ συμπεριλαμβανομένου) παρά στους ‘απλούς’ πολίτες;


Anna Colombo: Δεν νομίζω ότι έχει σχέση με το λόμπινγκ. Νομίζω ότι αυτό που πρέπει να πιστεύουν οι πολίτες είναι ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι ο ισχυρότερος θεσμός που τους προστατεύει. Με την ευκαιρία, εγκρίναμε πρόσφατα έναν πολύ ισχυρό κανονισμό κατά των λόμπις. Ασφαλώς, αυτό που είδαν στις χώρες τους- ειδικά εκείνοι που είχαν δεξιές κυβερνήσεις - και στην Ευρώπη είναι ότι, ως απάντηση στην ανάπτυξη, κυριάρχησε η ελεύθερη αγορά και το ‘laissez-faire’. Είναι σαφές ότι το ‘laissez-faire’ και η πλήρης απορρύθμιση ευνοεί τις επιχειρήσεις. Αυτό όμως που αντιμετωπίζουμε σήμερα με την χρηματοοικονομική κρίση είναι στην πραγματικότητα κάτι πολύ πιο βαθύ. Είναι η μάχη μεταξύ της πραγματικής οικονομίας, όπου η ποιότητα των ανθρώπινων πόρων, η εκπαίδευση και οι καλές συμβάσεις μεταξύ συνδικαλιστικών ενώσεων και εργοδοτών, η κοινωνική ασφάλιση κλπ είναι ο μοχλός για την ανάπτυξή μας και της χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας, που δεν σεβάστηκε καθόλου την πραγματική οικονομία. Το χρήμα τοποθετήθηκε σε ένα είδος παράλληλου κόσμου της ‘κερδοσκοπίας για την κερδοσκοπία’, για να κερδίσουν εύκολο χρήμα από το τίποτα, όταν όλο αυτό το χρήμα θα έπρεπε να χρηματοδοτήσει τη μεγάλη βιομηχανία, αλλά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον ιστό της νέας τεχνολογικής και νεωτεριστικής ανάπτυξης στην Ευρώπη. Οι νέοι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν, εκεί όπου τα πανεπιστήμια θα μπορούσαν να προωθήσουν την εφαρμογή της Στρατηγικής της Λισσαβόνας. Αυτό δεν έγινε δυνατό, και εξαιτίας της χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας. Αυτή είναι η αιτία που από τις αρχές του 2000 εργαστήκαμε ως σοσιαλιστική ομάδα και σοσιαλιστικό κόμμα για να καταγγείλουμε αυτή την κατάσταση της χρηματοοικονομικής αγοράς, να τη σταματήσουμε και να επιστρέψουμε στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Κανένας δεν μας άκουσε. Ακόμη και ο Σαρκοζί, που είναι τώρα ο πρωταθλητής της ‘μεγάλης επιστροφής του κράτους’, όταν του ζητήσαμε στις αρχές της γαλλικής προεδρίας της ΕΕ να θέσει αυτό το θέμα στις πρώτες προτεραιότητές του, δεν ήξερε για τι πράγμα μιλούσαμε.


Οφείλουμε να είμαστε φιλοευρωπαίοι, αλλά για μια άλλη Ευρώπη, την Ευρώπη που θέλουμε.


Συμπερασματικά, νομίζω ότι αντλήσατε πολλά από τη συζήτηση που έγινε αυτές τις μέρες σχετικά με το τι προσπαθούμε να κάνουμε- και νομίζω ότι είμαστε πραγματικά στην πρωτοπορία. Τα πράγματα αλλάζουν ταχύτατα, εξαιτίας της κρίσης και όλων των προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε. Πρέπει να κάνουμε δυο πράγματα ταυτόχρονα: η πολιτική δεν μπορεί να μείνει πίσω και η πολιτική πρέπει να είναι κατάλληλη. Σ’ αυτά τα δυο σημεία διακυβεύεται το μέλλον της δημοκρατίας μας και όχι μόνο το μέλλον της Ευρώπης. Το πρώτο σημείο είναι ότι για τους πολίτες η πολιτική – η καλή πολιτική που νοιάζεται γι’ αυτούς- πρέπει να γίνει ξανά ‘ο κυρίαρχος του παιχνιδιού’. Είναι εμφανές ότι τα τελευταία χρόνια πολιτική και αγορά δεν συμβάδισαν – η καλύτερη πολιτική ήταν ν’ αφήνουν την αγορά ήσυχη….


Ε: Υπήρξαν και σοσιαλιστές που δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό…


Anna Colombo: Απολύτως. Τώρα, λοιπόν, που είμαστε πάλι στη θέση του οδηγού πρέπει να κερδίσουμε την πνευματική μάχη και όχι μόνο την οικονομική. Το πρόβλημα είναι ότι από τη στιγμή που βάζουμε την πολιτική στο επίκεντρο, πρέπει να δώσουμε απαντήσεις. Εάν δεν το κάνουμε, το χειρότερο δεν θα είναι ότι θα χάσουμε την ευρωπαϊκή εκλογή, αλλά ότι θα αφήσουμε το πεδίο ελεύθερο στον λαϊκισμό και άλλες δυνάμεις που δεν έχουν καμιά σχέση με τη δημοκρατία. Αυτή είναι μια τεράστια πρόκληση….και κίνδυνος. Όπως πολλοί άνθρωποι είπαν, το 1929 το σενάριο ήταν παρόμοιο, αλλά η σοσιαλδημοκρατία δεν κέρδισε και όλοι ξέρουμε τι έγινε μετά, ειδικά στην Ευρώπη. Πρέπει λοιπόν να προσέξουμε πάρα πολύ.


Το δεύτερο σημαντικό πράγμα είναι ότι αυτή η κρίση μπορεί να δώσει μια πολύ πιο ισχυρή Ευρώπη, από την άποψη των πολιτικών και των θεσμών, ή μπορεί να είναι επιζήμια για την Ευρώπη και να μας πάει πίσω σε ένα είδος διακυβερνητικότητας , όπου τα κράτη-μέλη και οι κυβερνήσεις παίρνουν όλες τις αποφάσεις και οι άλλοι θεσμοί δεν μετρούν καθόλου. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να ενισχύσουμε τον ευρωπαϊκό συντονισμό και τους θεσμούς, γιατί διαφορετικά θα έρθει το τέλος της Ευρώπης.


Το τελευταίο, κατά την άποψή μου, είναι ότι η χρηματοοικονομική κρίση και η δημιουργία του FEPS (Foundation for European Progressive Studies- Ίδρυμα Ευρωπαϊκών Προοδευτικών Σπουδών) αποτελούν μια απίστευτη σύμπτωση. Οι δεξιές κυβερνήσεις προσπαθούν να θεραπεύσουν τώρα την χρηματοοικονομική κρίση, το κάνουν λιγότερο ή περισσότερο καλά, σε μερικές περιπτώσεις τις στηρίζουμε κιόλας, αλλά αυτό δεν φτάνει για να εμποδίσουμε να συμβούν ξανά τα ίδια πράγματα. Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι δυο ή τρεις ρυθμίσεις ακόμα, αλλά μια συνολική, ριζοσπαστική, επαναστατική αλλαγή στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την οικονομία και την κοινωνία μας. Και συνεπώς χρειαζόμαστε μια ισχυρή πνευματική προσπάθεια, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εάν είναι δυνατόν μαζί με τους Δημοκρατικούς στις ΗΠΑ, που θα ήταν πολύ καλή για τον πλανήτη, ή με τους Βραζιλιάνους, τους Ινδούς…Αυτό που έχει σημασία είναι να βάλουμε μαζί οικονομολόγους, κοινωνιολόγους και διανοούμενους. Πρέπει να κερδίσουμε την πνευματική μάχη, όχι μόνο την οικονομική. Πρέπει να σταματήσουμε αυτούς τους ανθρώπους χρησιμοποιώντας μια συγκεκριμένη γλώσσα. Πρέπει να σταματήσουμε να είμαστε αμυντικοί. Πρέπει να σταματήσουμε να πέφτουμε στην παγίδα και να έχουμε έναν μόνο τρόπο σκέψης για τα πράγματα.

2 σχόλια:

ritsmas είπε...

Α, ενδιαφέρουσα η συνπέντευξη, αν και διαφωνώ σε αρκετά σημεία. Εχει όμως μια ρεαλιστική προσέγγιση κι αυτο είναι το σημαντικό.
Τί έγινες εσύ ;. Θα ανεβεις ; μπα...
αν όχι, θα ευχηθούμε καλό πασχα τη μεγαλη εβδομάδα.. νασαι παντα καλα
φιλια

tractatus είπε...

Χάθηκα...το ξέρω...γράφω μανιωδώς εργασίες και τρέχω απο νησί σε νησί για επαγγελματικούς λόγους. Βέβαια θα τα πούμε. Δυστυχώς, δεν θα μείνω Αθήνα αλλά θα τηλεφωνήσω.
φιλιά